ἀπέτισαν

ἀπέτισαν
ἀπέτῑσαν , ἀποτίνω
repay
aor ind act 3rd pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • αποτίνω — κ. τίω (Α ἀποτίνω κ. τίω) [τίνω] πληρώνω, αποδίδω κάτι που οφείλεται («ἀπέτισαν φόρον τιμῆς») αρχ. 1. τιμωρούμαι, πληρώνω για κάτι που έχω κάνει 2. τιμωρώ 3. εκδικούμαι, παίρνω εκδίκηση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”